αδιαχώρητο

αδιαχώρητο
Ιδιότητα της ύλης, χάρη στην οποία δύο σώματα δεν μπορούν να καταλάβουν την ίδια θέση στην ίδια χρονική στιγμή. Πρόκειται για μία φυσική ιδιότητα, που χαρακτηρίζει την ύπαρξη της ύλης. Αναγνωρίζεται ευκολότερα η ιδιότητα σε μείξεις στερεών ή υγρών σωμάτων και δυσκολότερα σε αέρια σώματα, όπου οι ενδομοριακές αποστάσεις είναι μεγαλύτερες από εκείνες των στερεών και των υγρών. Παράδειγμα αποτελεί η διάλυση του αλατιού μέσα στο νερό, όπου το νερό καταλαμβάνει τις θέσεις-διάκενα μεταξύ των μορίων του αλατιού και όχι τις θέσεις των μορίων.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • αδιαχώρητος — η, ο αυτός διαμέσου του οποίου δεν μπορεί κανείς να περάσει· το ουδ., το αδιαχώρητο ως ουσ., η βασική ιδιότητα των υλικών σωμάτων να μην μπορούν να συνυπάρξουν στον ίδιο χώρο: Στην αίθουσα ήταν τέτοιος ο συνωστισμός που είχε καταργηθεί το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”